γρυπός

γρῡπ-ός, ή, όν,
A hook-nosed, aquiline, opp. σιμός, X.Cyr. 8.4.21, Pl.R.474d, etc.: generally, hooked,

ὄνυχες Aret.SA2.1

, SD 1.8; curved, γρυπὴ γαστήρ a round paunch, X. l. c.;

γ. στέφανος Eub.105

([comp] Sup.); τὸ γρυπόν, = γρυπότης, Arist.Pol.1309b24.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γρυπός — ή, ό (ΑΜ γρυπός, ή, όν) 1. κυρτός, γαμψός 2. (για πρόσωπα) αυτός που έχει κυρτή μύτη αρχ. (ουδ. ως ουσ.) το γρυπόν η γρυπότητα. [ΕΤΥΜΟΛ. Εάν θεωρηθεί ως πρωταρχικός ο τ. γρυπός, τότε το γρυψ θα είναι παραγωγό του, σχηματισμένο αναλογικά προς… …   Dictionary of Greek

  • γρυπός — γρῡπός , γρύψ griffin masc gen sg γρῡπός , γρυπός hook nosed masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γρύπος — ο ο γρίπος* …   Dictionary of Greek

  • γρυπός — ή, ό κυρτός, γαμψός: Ο αετός έχει γρυπά νύχια …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • γρυψ — (γρυπός), ο και γρύφονας και γρύφος (AM γρύψ, Μ και γρύψος) 1. μυθικό ζώο με στόμα λιονταριού και κεφάλι και φτερά αετού 2. γυπαετός. [ΕΤΥΜΟΛ. Βλ. λ. γρυπός] …   Dictionary of Greek

  • γρυπώνω — [γρυπός] 1. συλλαμβάνω κάτι με αγκιστρωτό όργανο 2. γραπώνω …   Dictionary of Greek

  • γρυπά — γρυπά̱ , γρυπή vulture s nests fem nom/voc/acc dual γρυπά̱ , γρυπή vulture s nests fem nom/voc sg (doric aeolic) γρῡπά , γρυπός hook nosed neut nom/voc/acc pl γρῡπά̱ , γρυπός hook nosed fem nom/voc/acc dual γρῡπά̱ , γρυπός hook nosed fem… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γρυπολέων — ο (Μ) 1. φανταστικό ζώο με χαρακτηριστικά γνωρίσματα λιονταριού και γρυπός 2. ύφασμα στολισμένο με γρυπολέοντες. [ΕΤΥΜΟΛ. < γρυψ (γρυπός) + λέων] …   Dictionary of Greek

  • γρυπόναγρος — γρυπόναγρος, ο (Μ) φανταστικό ζώο με χαρακτηριστικά γρυπός και όνου. [ΕΤΥΜΟΛ. < γρυψ (γρυπός) + όναγρος] …   Dictionary of Greek

  • Αντίοχος — I Όνομα βασιλιάδων της Συρίας, από το γένος των Σελευκιδών. 1. Α. Α’ ο Σωτήρ (325/4 – 262/1 π.Χ.). Γιος του Σέλευκου και της Απάμας. Το 294 τον διόρισε o πατέρας του συμβασιλέα και διοικητή των σατραπειών που βρίσκονταν πέρα από τον Ευφράτη. Μετά …   Dictionary of Greek

  • γρυπῶν — γρῡπῶν , γρύψ griffin masc gen pl γρυπή vulture s nests fem gen pl γρῡπῶν , γρυπός hook nosed fem gen pl γρῡπῶν , γρυπός hook nosed masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.